Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βρεττάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βρεττάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

Με την ποίηση πολεμάμε τον ρατσισμό [21η Μαρτίου]

21η Μαρτίου 

Διεθνής Ημέρα για την εξάλειψη των φυλετικών διακρίσεων και του ρατσισμού 
και 
Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης






Από το ποίημα Μόνωση του Νικηφόρου Βρεττάκου



[…]

Γεννήθηκα σε μια κορφή

που είχε μπροστά μια θάλασσα,

που είχε σιμά τον ουρανό

κ’ ήταν σα θαύμα ονείρου.

Μα όταν η μάνα μου καλά

μ’ είδε μες στην αγκάλη της,

φοβήθη και με πέταξε

στην αγκαλιά του απείρου.



Κάμπος νερό δε μού ’δωσε

κι άνθρωπος δε με χάιδεψε.

Μου ’βαλαν πίκρα στο ψωμί

κι αγκάθια στα σκουτιά μου.

Κι ενώ τον ήλιο της αυγής

και γω να φτάσω πήγαινα,

σαν πτώμα πίσω μου βαρύ

έσερνα τη σκιά μου.



Κανένα πλάσμα στη ζωή

κ’ εμένα δε μ’ αγάπησε

και τα παιδιά μου βγάζανε

την γλώσσα όταν περνούσα.

[…]

Κρυφή χαρά μ’ απόμενε

μέχρι θανάτου ν’ αγαπώ

τα πλάσματα του κόσμου.

Μα όταν τους άνοιγα κ’ εγώ

την αγκαλιά μου, φεύγανε

κι ακούμπαγα στα χέρια μου

κ’ έκλαιγα μοναχός μου.

[…]

Σα σκοτεινό μετέωρο

που η δίνη το σφεντόνισε

μες στ’ άπειρο, πάντα άπειρο

μου μένει να διασχίσω;

Μέσα σε στρώματα σιωπής

θα πλέω νυχτιών ατέλειωτων;

(Ρωτούσα: Πότε θα βρεθεί

μια γη να σταματήσω;)

Μα το ’λεγα τόσο σιγά

να μη μ’ ακούσουν γύρω μου.

Δεν ήθελα να φταίει κανείς

επειδή εγώ πονούσα.

[…]

Μ’ απόψε, που κατάμαυρη

μπροστά μου απλώθη η θάλασσα

κι άγρια το ρεύμα επάνω μου

φουσκώνει της αβύσσου

κ’ έριξα τη στερνή ματιά

στο σκοτεινό πλανήτη σου,

θα ’θελα, Κύριε, να μου πεις

αν είμ’ εγώ παιδί σου.

[…]


Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

28η Οκτωβρίου - N. Βρεττάκου "Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο"

χωρίς σχόλια....



Ποιος θα μας φέρει λίγον ύπνο εδώ που βρισκόμαστε;

Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η μάνα μας

βαστάζοντας στη μασχάλη της ένα σεντόνι λουλακιασμένο

με μια ποδιά ζεστασιά και κατιφέδες από το σπίτι μας.

Ένα φθαρμένο μονόγραμμα στην άκρη του μαντιλιού: ένας κόσμος χαμένος.

Τριγυρίζουμε πάνω στο χιόνι με τις χλαίνες κοκαλιασμένες.

Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ' τα υψώματα του Μοράβα,

ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ' τ' αρπάγια της Τρεμπεσίνας.

Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο, διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής.

(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου

δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).

Δε θα μου πήγαινε αυτή η προσβολή περασμένη υπό μάλης,

δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ,

γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος,

αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν

αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα

μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ' το χέρι του θεού

να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του.

Η νύχτα μας βελονιάζει τα κόκαλα μέσα στ' αμπριά.

εκεί μέσα μεταφέραμε τα φιλικά μας πρόσωπα και τ' ασπαζόμαστε

μεταφέραμε το σπίτι και την εκκλησιά του χωριού μας το κλουβί στο παράθυρο,

τα μάτια των κοριτσιών, το φράχτη του κήπου μας, όλα τα σύνορα μας, τ

ην Παναγία με το γαρούφαλο, ασίκισσα, που μας σκεπάζει τα πόδια πριν απ' το χιόνι,

που μας διπλώνει στη μπόλια της πριν απ' το θάνατο.

Μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα επιζήσουμε.

Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα της Ελευθερίας αμέτρητοι,

Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία τους, Άνθρωποι.

Το ότι πέθαναν, δεν σημαίνει πως έπαψαν να υπάρχουν εκεί,

με τις λύπες, τα δάκρυα και τις κουβέντες τους.

Ο ήλιος σας θα 'ναι ακριβά πληρωμένος.

Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά, σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε.

(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου

δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).